Του Νίκου Νυφούδη, π. βουλευτή του Ποταμιού και εκπροσώπου τύπου της κίνησης κοινωνικού φιλελευθερισμού «εΜείς» στην εφημερίδα «Μακεδονία της Κυριακής»
Υπάρχουν δύο τρόποι να πείσεις τον μεγάλο σου γιο να παραλάβει τη μικρή σου κόρη από το σχολείο. Να τον πείσεις ότι τα αδέλφια μοιράζονται εμπειρίες και βάρη και να του τάξεις 1 ευρώ για κάθε παραλαβή. Υπάρχουν δύο τρόποι να πείσεις έναν φορολογούμενο να πληρώσει του φόρους του. Να τον πείσεις ότι το ισχυρό κράτος πρόνοιας είναι ασπίδα προστασίας των αδύναμων της κοινωνίας και να του κάνεις κούρεμα των χρεών του. Ο γονιός που δίνει το ευρώ και η κυβέρνηση που χαρίζει τα χρέη κάνουν το εύκολο. Και ξεμπερδεύουν.
Ή μάλλον έτσι νομίζουν. Γιατί πολύ σύντομα θα χρειαστεί να ζητήσουν και πάλι από τον μεγάλο γιο να παραλάβει τη μικρή κόρη από το σχολείο. Γιατί πολύ σύντομα θα φτάσουν στα ύψη και πάλι τα μη καταβληθέντα χρέη των φορολογουμένων. Και τότε οι εκμαυλισμένοι θα ζητούν με τον πλέον φυσικό τρόπο τη συνέχεια. Και τότε κανένας γονιός και καμία κυβέρνηση δε θα μπορεί να πει το «ΟΧΙ». Η ανταλλαγή του εμβολιασμού των νέων 18-25 ετών με το κουπόνι των 150 ευρώ είναι μια υπενθύμιση της φαυλότητας του κύκλου της πολιτικής στη χώρα μας. Πολιτικοί που εκμαυλίζουν και πολίτες που εκμαυλίζονται, αμφότεροι ικανοποιημένοι από τον εαυτό τους.
Το παραπάνω ζήτημα δεν είναι καινούριο. Το ερώτημα της σχέσης της ελληνικής κοινωνίας με το χρήμα ως αναφορά είναι κάτι που με προβληματίζει διαχρονικά. Γιατί άραγε μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με βασικό σκοπό της ζωής τους να βγάλουν χρήματα; Εγώ τον αποδίδω στην χρόνια ανασφάλεια να έχουμε χρήματα στην «καβάτζα». Μήπως κάτι δεν πάει καλά. Ας είμαστε καλά εμείς λοιπόν και τί μας νοιάζει για τους υπόλοιπους.
Ζώντας μεταξύ Θεσσαλονίκης Λονδίνου για πάνω από μία δεκαετία γνωρίζω καλά πως στη Μεγάλη Βρετανία αυτό δεν ισχύει. Τουλάχιστον στο βαθμό που μας καθορίζει εγχώρια. Σε αυτή τη γραμμή το κράτος είναι καλό μόνο όταν χαρίζει χρέη, όταν επιστρέφει χρήματα αλλά είναι αδιάφορο όταν επενδύει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προστασία του περιβάλλοντος και πόσα άλλα λιγότερο «ορατά».
Πώς αποτύχαμε -απόλυτα- να δημιουργήσουμε σοβαρή εθνική συνείδηση; Τι πήγε λάθος; Λέγοντας εθνική συνείδηση δεν εννοώ αυτές τις ανοησίες που μας πιάνουν όταν θεωρούμε πως μας παίρνουν την Ιστορία μας. Η εθνική συνείδηση χτίζεται με κοινούς στόχους, κοινή δουλειά για το καλό της χώρας με ματιά στο μέλλον. Το μέλλον κυρίως των επόμενων γενιών να δημιουργήσουμε ένα σοβαρό κράτος που θα κάνει τη ζωή τους καλύτερη. Χωρίς να νοιαζόμαστε για το εφήμερο, το σήμερα, το τοπικό. Προς αυτή την κατεύθυνση απέτυχαν διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα. Η κάθε μία για διαφορετικό λόγο. Όλες μαζί όμως, στην ουσία.
Έτσι έγινε με τον εμβολιασμό. Η κυβέρνηση απέτυχε στο να μας πείσει για το αυτονόητο: να εμβολιαστούμε. Για τον αυτό μας, την οικογένειά μας, τους ηλικιωμένους, τους ανθρώπους που αγαπάμε και μας αγαπούν, τους γείτονές μας, τους καρκινοπαθείς που η θεραπεία τους καθυστέρησε λόγω πανδημίας, για όλους. Κι αυτό θα πρέπει να μας στεναχωρεί βαθειά. Δεν χαίρομαι που η κυβέρνηση μας δεν πέτυχε λοιπόν το αυτονόητο..
Όχι, το κουπόνι των 150 ευρώ δεν ήταν μια έξυπνη και φρέσκια ιδέα. Μια κουτοπόνηρη ιδέα από τα πολύ παλιά ήταν. Ας ελπίσω τουλάχιστον ότι δε θα είναι και μια ιδέα χωρίς αποτέλεσμα. Ας ελπίσω ότι οι εικοσάρηδες θα εμβολιαστούν και θα πάρουν τα 150 ευρώ. Γιατί αν δεν το κάνουν, τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα βρεθεί στο απόλυτο κενό.
