*Άρθρο του Νίκου Νυφούδη, πρώην βουλευτή με το Ποτάμι και συντονιστή της δημοτικής παράταξης «ΠΟΛΗχρωμη Θεσσαλονίκη» στην εφημερίδα Νέα Σελίδα
Το 2019 ήταν η πολυαναμενόμενη για πολλούς χρονιά της κυβερνητικής ή –για τους πλέον ακραιφνείς αντί-ΣΥΡΙΖΑ δημοσιολογούντες– καθεστωτικής αλλαγής. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κατέρρευσε με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών ήδη από τον Ιανουάριο και ο Αλέξης Τσίπρας υποχρεώθηκε στον σχηματισμό μιας νέας άτυπης συμμαχίας με βουλευτές άλλων κομμάτων προκειμένου να καλύψει το διάστημα μέχρι τις προγραμματισμένες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάιο.
Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποδοκιμάστηκε στην κάλπη του Μαϊου και οδήγησε τον Πρωθυπουργό στην πανικόβλητη απόφαση της προκήρυξης βουλευτικών εκλογών στις αρχές Ιουλίου. Οι βουλευτικές κάλπες έβαλαν τη σφραγίδα της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και έφεραν –ως φυσικό ακόλουθο της ήττας αυτής– στα κυβερνητικά έδρανα τους υπουργούς της ΝΔ. Μόνους και ισχυρούς. Με τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στον κλασικό ρόλο του αντιπολιτευόμενου που φωνάζει και τους βουλευτές των μικρών κομμάτων (τους «στανταρισμένους» του ΚΚΕ και του ΚΙΝΑΛ και τους «συγκυριακούς» της Ελληνικής Λύσης και του ΜΕΡΑ25) σε ρόλους κομπάρσων. Όμως πόσα άλλαξαν αλήθεια στις ζωές μας ως αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής στη σύνθεση των κοινοβουλευτικών και των υπουργικών εδράνων;
Οι μεν ισχυρίζονται ότι ζούμε την «επιστροφή στην κανονικότητα», οι δε την «επιστροφή στον μεσαίωνα». Σίγουρα τα επαναλαμβανόμενα κρούσματα αστυνομικής βίας σε βάρος πολιτών δεν μπορούν να προσμετρηθούν ως ενδείξεις κανονικότητας. Και σίγουρα η δυνατότητα της χορήγησης φορολογικής ενημερότητας ηλεκτρονικά –επιτέλους!– δε συμβαδίζει με τον μεσαίωνα. Εύκολα λοιπόν καταρρίπτονται τα επιχειρήματα των μεν και των δε. Είναι άλλωστε προϊόντα μιας μάλλον παρωχημένης επικοινωνιακής πολιτικής που στηρίζεται στο δόγμα του ακλόνητου δικομματισμού. Όμως αυτή η επικοινωνία δεν πιάνει σε όλους. Η επικοινωνία δεν μπορεί να κρύψει ποτέ τη νοοτροπία.
Και όσα και αν άλλαξαν μέσα στο 2019 ως συνέπεια της αλλαγής φρουράς στο Μέγαρο Μαξίμου, η νοοτροπία της διακυβέρνησης παραμένει ίδια. Επιδόματα για όλους –ακόμα και για τους brain drainers που θέλουμε να φέρουμε πίσω. Μετεγγραφές στα πανεπιστήμια για όλους –ακόμα και όταν ισχυριζόμαστε ότι τιμούμε το αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων. Θέσεις διοικητών και διευθυντών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα για όλους (τους δικούς μας «όλους») –ακόμα και όταν μας έχουν πουλήσει για άλλα κόμματα κάποια στιγμή στα 80 χρόνια ζωής τους.
Αυτή τη νοοτροπία στην πολιτική δεν τη θέλουν όλοι. Μπορεί να τη θέλουν οι πολλοί –ίσως μαθημένοι από τον πρώτο διδάξαντα, το ΠΑΣΟΚ, που σήμερα δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι πλέον δεν μπορεί να δώσει επιδόματα, να κάνει μετεγγραφές και να διορίσει διοικητές– όμως δεν τη θέλουν όλοι. Μια μικρή απόδειξη του ότι δεν τη θέλουν όλοι υπήρξαν οι ψήφοι που έλαβε το Ποτάμι στα λίγα χρόνια ζωής του. Ψήφοι που αφέθηκαν να πετάξουν στις τελευταίες εκλογές του Ιουλίου του 2019 στους πέντε δρόμους. Ψάχνοντας με αγωνία την αλλαγή νοοτροπίας, οι πιο πολλές στράφηκαν προς τα μη κυβερνητικά κόμματα της συγκυρίας, τη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ.
Σήμερα οι ψηφοφόροι αυτοί διαπιστώνουν πόσο σκληρή μπορεί να είναι η ματαίωση. Ειδικά όταν επιχειρούν –εκεί στο τέλος της χρονιάς, στη στιγμή των απολογισμών– να σου την κρύψουν με το χριστουγεννιάτικο δέντρο της Πλατείας Εξαρχείων. Όχι, το 2019 δεν άλλαξαν πολλά. Γιατί τα πολλά είναι στο πώς φερόμαστε, όχι στο τι λέμε.
Φωτογραφία από Gerd Altmann από το Pixabay
