Είχα τόσα στο μυαλό μου να γράψω αυτή την εβδομάδα. Για τα προβλήματα της καθημερινότητας, τη φωταγώγηση των Ομπρελών του Ζογγολόπουλου, την αναμενόμενη (ευτυχώς) κωλοτούμπα του Δημάρχου στο θέμα της Πλατείας Ελευθερίας, την αποτυχία του ποδηλατόδρομου της Κ. Καραμανλή, αλλά και την αποτυχημένη προσπάθεια του Δημάρχου στην τελευταία συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου να περάσει το θέμα του ποδηλατοδρόμου της Παπάφη. Όμως στη ζωή συμβαίνουν γεγονότα που μας ξεπερνούν. Ένα τέτοιο γεγονός είναι η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Γεννημένος το 1980, μεγάλωσα με την ανακουφιστική βεβαιότητα των μεγαλυτέρων πως «ευτυχώς εσείς δεν θα ζήσετε πόλεμο». Οι σταθερές όμως ανατρέπονται. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990 ήταν μία πρώτη ανατροπή. Και σήμερα, το 2022, μία ακόμα πολεμική εισβολή. Κι όμως συμβαίνει πόλεμος. Και είναι ακόμα πιο φρικτός γιατί ακόμα και οι φτωχότεροι Ευρωπαίοι του σήμερα έχουν γνωρίσει τις ελευθερίες της μετακίνησης, της τεχνολογίας, της επικοινωνίας. Και τα θεωρήσαμε δεδομένα. Αδιαμφισβήτητα. Όλα όμως αυτά είναι σήμερα υπό αμφισβήτηση στην Ουκρανία του πολέμου, της εισβολής, της αδικίας.
Πόσο σχετικά γίνονται όλα από τη μία στιγμή στην άλλη; Τα παιδιά δεν πήγαν σχολείο. Αντίθετα κρύφτηκαν σε τσιμεντένια καταφύγια, σαν αυτά που πλέον στο Λονδίνο χρησιμοποιούνται ως εστιατόρια. Οι εικόνες πανικού στους αυτοκινητόδρομους, στους σταθμούς των τρένων, στα πρατήρια καυσίμων, στις τράπεζες και στα σούπερ μάρκετ της Ουκρανίας, συγκλονίζουν γιατί σε αυτές απεικονίζονται άνθρωποι που μέχρι προχθές ήταν σαν κι εμάς. Δεν είναι μια χώρα του Τρίτου Κόσμου, είναι η καρδιά της Ευρώπης. Είναι μια χώρα όπου σήμερα δεν θα πρωταγωνιστήσει οι συζητήσεις για τις αυξήσεις τιμών, τον πληθωρισμό και την ενέργεια, αλλά η αβεβαιότητα της επόμενης ώρας.
Οι οθόνες μας γεμίζουν με τις φωτογραφίες παιδιών που αγκαλιάζουν τους γονείς τους ή ζευγαριών που αποχαιρετίζονται πριν την αναχώρηση για το μέτωπο. Αν είχαν φωνή τέτοιες εικόνες, θα ούρλιαζαν από πόνο και αδικία. Ένα ατελείωτο «γιατί» σε έναν κόσμο που δεν του αρέσει να δίνει εξηγήσεις. Οι διαβεβαιώσεις της ρωσικής πλευράς πως δε θα χτυπηθούν άμαχοι, ενώ την ίδια στιγμή βομβαρδίζεται το κέντρο των πόλεων, είναι κούφιες. Θα υπάρξουν απώλειες ανθρώπων. Οι οικογένειές τους θα πρέπει να τους αναζητήσουν σε λίστες αγνοούμενων. Να τους αναγνωρίσουν. Και να τους θρηνήσουν. Πόσο πόνο μπορεί να φέρει το μίσος;
Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι μία, ενιαία και σκληρή. Η απόλυτη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων πολιτών της Ρωσίας που δεν έχουν ευρωπαϊκό διαβατήριο και η επ’ αόριστο απαγόρευση εισόδου τους στην γεωγραφική της έκταση είναι μονόδρομος. Καταλαβαίνω πως αυτό πιθανότατα να πονέσει πολύ την Ελλάδα, δεδομένου του σημαντικού ποσοστού του εισερχόμενου τουρισμού στη χώρα μας, ο τζίρος από τον οποίο εκτιμάται στα 500 εκατομμύρια για το 2021. Όταν όμως μιλάμε για πόλεμο, το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Όχι μόνο γιατί ο πολιτισμένος κόσμος δεν ξεκινά πόλεμο και η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας είναι στον πολιτισμένο κόσμο. Αλλά και γιατί κανείς δεν μας διαβεβαιώνει πως η στάση του Πούτιν και η αμηχανία της Δύσης δε θα ξυπνήσει την όρεξη του Ερντογάν στα ανατολικά μας.
Δεν ανεχόμαστε τον πόλεμο. Δεν ανεχόμαστε ανθρώπους που στηρίζουν τέτοιους ηγέτες. Χωρίς ερωτηματικά, χωρίς υποσημειώσεις.
*Δημοσιεύθηκε στη “ΜτΚ” στις 27.02.2022
