Καινούρια μέρα. Σκέφτεσαι γιατί να μην περπατήσεις για να φτάσεις στον προορισμό σου. Μπορεί να έχει ήλιο με δόντια αλλά δεν βρέχει. Γιατί να βιαστείς να φτάσεις στη δουλειά σου; Περπατάς. Κοιτάς με προσοχή. Την επεξεργάζεσαι την πόλη σαν τουρίστας. Την αγαπάς κι ας είναι ανυπόφορη μέρες μέρες. Και ξεκινάς.
Ξαφνικά συνειδητοποιείς πως δεν σου αρέσει καθόλου πως είναι η Θεσσαλονίκη σήμερα. Η αίσθηση που σου δίνει είναι σα να μην είσαι κομμάτι της. Διπλοπαρκαρισμένα παντού. Ακόμα και σ’ αυτή τη διάβαση στην Τσιμισκή με Καρόλου Ντηλ το φορτηγό που ξεφορτώνει εμποδίζει τόσο τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα να περάσουν απέναντι όσο και τα υπόλοιπα αυτοκίνητα να στρίψουν δεξιά. Οι πεζοί από την άλλη διασχίζουν την Τσιμισκή, όχι από τη διάβαση αλλά από όπου τους καπνίσει. Σε πιάνει άγχος όταν οδηγείς.
Στρίβεις στην Ερμού και περιμένεις. Το φορτηγάκι με πάγο ξεφορτώνει 30 σακούλες. Ήδη η ουρά έχει φτάσει τα 10 αυτοκίνητα. Δεν κορνάρει ο πρώτος που είναι πίσω από το φορτηγό, περισσότερος θόρυβος άλλωστε τι θα προσφέρει, αλλά ο τελευταίος στην ουρά. Ένα μηχανάκι αγανακτισμένο σταματά να περιμένει ανεβαίνει από το πεζοδρόμιο διασχίζοντας καφέ και καταστήματα ρούχων. Από τύχη ζούμε σε τούτη την πόλη. Φεύγεις από το κέντρο.
Φτάνεις στην Αλεξάνδρου Παπαναστασίου και ένα λεωφορείο με αλάρμ ξεφορτώνει τους ανθρώπους που ήταν παστωμένοι μέσα του. Χάλασε. Διπλοπαρκαρισμένα και εδώ παντού, η λαϊκή στη Χαριλάου είναι σε πλήρη εξέλιξη. Ένας οδηγός κορνάρει γιατί αυτός που τον έκλεισε δεν άφησε χαρτάκι με τηλέφωνο. Ένας ταλαιπωρημένος σκύλος περιμένει να περάσει στη διάβαση. Ο διπλανός πεζός του δεν περιμένει. Τρέχει βιαστικά με αποτέλεσμα το μηχανάκι να φρενάρει απότομα. Από καθαρή τύχη δεν χτυπήσανε.
Έχεις φτάσει στην Εγνατία και ξέχασες ότι δεν στρίβει δεξιά, για ακόμα μια φορά εξαιτίας των έργων του Μετρό που έχουν τσακίσει αυτό το κομμάτι της πόλης. Καταστήματα άδεια, βρώμα παντού, χώματα, φορτηγά. Πρέπει να κάνεις ένα ασφαλιστήριο ζωής και δεν βρίσκεις να παρκάρεις πουθενά. Θα πάρεις να ακυρώσεις το ραντεβού και να το κάνεις αλλού. Κάθε φορά η ίδια ανυπόφορη ταλαιπωρία.
Έχεις φτάσει στο σταθμό να πάρεις ένα δέμα από το μόνο ΚΤΕΛ που έχει μείνει πλάγια στο σταθμό του ΟΣΕ. Μα πόσα σκουπίδια έχουν αυτοί οι κάδοι; Ένα ξεχαρβαλωμένο στρώμα πεταμένο δεξιά στην Γιαννιτσών έχει γίνει σπίτι για τις γάτες τις γειτονιάς. Στην στροφή στην Αγίων Πάντων, βλέπεις τους ανθρώπους που περιμένουν τη βοήθεια της Εκκλησίας ενώ ακριβώς από πίσω λίγα μέτρα από την Τροχαία, ένας 40άρης χτυπά τη δόση του. Θλίβεσαι. Τι γίνεται;
Επιτέλους καταφέρνεις να διασχίσεις την Αγίου Δημητρίου. Τι ωραία η ασφαλτόστρωση, καιρός ήταν. Τι κρίμα που μόνο ένα ρεύμα του δρόμου λειτουργεί. Σαράντα πέντε λεπτά και έχεις φτάσει στο Τελλόγλειο Ίδρυμα. Παρκάρεις. Βάζεις ακουστικά και μπαίνεις να δεις την νέα Έκθεση Λεωδίδας – Ναπολέων – Μπότσαρης. Για λίγο ηρεμείς. Γεμίζεις τις μπαταρίες σου και συνεχίζεις τη μέρα σου. Πρέπει να πας στην Μπότσαρη για να δεις κάτι υλικά μπάνιου. Πού παρκάρουν αυτοί οι άνθρωποι; Μα γιατί όλα τα πασαλάκια στη Νέα Εγνατία είναι σπασμένα; Ποιοι ριψοκίνδυνοι κάνουν ποδήλατο ενώ αυτοκίνητα με αλάρμ, δίχως να έχουν να παρκάρουν αλλού, κλείνουν κάθε τόσο τη διέλευσή του;
Ουφ. Κλείνεις την πόρτα από το σπίτι. Κάνεις καφέ. Βάζεις λίγη μουσική.
Που πήγε η πόλη που θέλαμε στα νιάτα μας; Τι κάναμε λάθος; Πώς απέτυχε η γενιά μας να κάνει πράξη όλα όσα οραματίστηκε και ήλπισε ότι θα κάνει καλύτερα από τους προηγούμενους;
Οραματιστήκαμε εμβληματικά έργα και αποδεχθήκαμε το λίγο που μας έδωσαν σκέφτεσαι. Υπάρχει χρόνος; Δεν είσαι σίγουρος. Να προσπαθήσουμε τουλάχιστον σκάφτεσαι; Ναι να προσπαθήσουμε, όλοι μαζί. Όπως το 2010.
*Δημοσιεύθηκε στη “ΜτΚ” στις 12 Δεκεμβρίου 2021
